Με αφορμή τον κορονοϊό υπήρξαν κάποια σκηνικά στο δημόσιο διάλογο που προσωπικά με προβλημάτισαν και συγχρόνως ανέδειξαν γιατί έχουμε φτάσει σήμερα εδώ. Είναι άσχημο να φανερώνεται η πνευματική ένδυα κάποιων που ασκούν δημόσιο διάλογο και θέλουν να προβάλουν άλλοτε τον «προοδευτισμό» τους και άλλοτε τον φόβο τους. Είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό όταν εργαλειοποιούν μια δυσμενή για τη χώρα συνθήκη, όχι για να ενημερώσουν ή προφυλάξουν, αλλά για να περάσουν την ιδεολογική τους παπάτζα ή και να σπείρουν τον πανικό. Αρχικά θα αναφερθώ στην εμμονή κάποιων να θέλουν να μας πείσουν ότι οι επιστήμονες και οι τεχνοκράτες θα πρέπει να εξουσιάζουν την κοινωνία του καιρού μας.    

Ο πρώτος που το επιχείρησε θεωρητικά αυτό υπήρξε ο Αύγουστος Κόντ με τον θετικισμό του. Στο σύγγραμμα του Η εξέλιξη της κοινωνιολογικής σκέψης, ο Ράϋμον Αρόν, μεταξύ άλλων κοινωνιολογικών θεωριών βρίσκουμε και αυτή του Αυγούστου Κόντ. Όπως αναφέρει ο Αρόν για τη σκέψη του Αυγούστου Κόντ, «οι επιστήμονες αντικαθιστούν τους ιερείς ή τους θεολόγους ως κοινωνική κατηγορία και οι βιομήχανοι με την ευρεία έννοια του όρου – δηλαδή οι επιχειρηματίες, οι διευθυντές εργοστασίων και οι τραπεζίτες – παίρνουν τη θέση των πολεμιστών».

Ο Αρόν συνεχίζοντας να αναλύει την σκέψη του Κόντ γράφει: «Από το πνευματικό κλίμα της εποχής άντλησε την πεποίθηση ότι η θεολογική σκέψη ανήκε στο παρελθόν – ότι ο Θεός πέθανε, για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση του Nietzsche. Ότι στο εξής η επιστημονική σκέψη θα διέπει τη διάνοια των σύγχρονων ανθρώπων. Ότι μαζί με τη θεολογία εξαφανίζεται και η φεουδαλική δομή και η μοναρχική οργάνωση. Τέλος, ότι οι επιστήμονες και οι άνθρωποι της βιομηχανίας θα εξουσιάζουν την κοινωνία του καιρού μας… Η κοινωνία που ονειρεύεται ο θετικισμός του Αυγούστου Κοντ δεν προσδιορίζεται τόσο από τη διπλή απόρριψη φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού όσο από τη δημιουργία μιας πνευματικής εξουσίας που θα είναι, στην θετική εποχή, ό,τι ήσαν οι ιερείς και οι εκκλησίες στις θεολογικές εποχές του παρελθόντος. Υπάρχει μια διπλή πνευματική εξουσία: της διάνοιας και του αισθήματος ή του θυμικού».

Στην αρχή της σταδιοδρομίας του ο Κόντ παρουσίαζε την πνευματική εξουσία ως εξουσία της διάνοιας. Είναι χαρακτηριστικό ότι  ο Κόντ δεν αποδέχεται καμία προτεραιότητα στην πολιτική ή στη μορφή του κράτους αλλά ούτε και στην οικονομική οργάνωση. Αποδίδει προτεραιότητα στην οργανωτική σύλληψη εκείνων  που σήμερα αποκαλούνται τεχνοκράτες. Στο τέλος όμως η πνευματική εξουσία έγινε ουσιαστικά εξουσία της αγάπης και του συναισθήματος, οι οποίες προηγούνται της πίστης.

Ο Κόντ κατάφερε να δώσει μια καθαρά τεχνοκρατική μορφή στην κοινωνία και κοινωνιολογία, και όντως η θεωρία του βοήθησε τα μάλα να απεμπλακεί ο ανθρώπινος νους από πάσης φύσεως σκοταδισμούς – αριστερούς και θρησκευτικούς – βοηθώντας όμως να θεμελιωθούν υγιώς στις κοινωνίες μας οι διακηρύξεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων και η πίστη μας προς το Θεό και όχι ο θετικισμός που εκείνος προσδοκούσε. Επίσης, εδώ και πολλές δεκαετίες έχει αποδειχθεί μαθηματικά – επιστημονικά δηλαδή – ότι δεν υπάρχει κανένα σύστημα που να μπορεί να ξεγελάσει την τύχη, όσο και εάν προσπαθούμε να κερδίσουμε ή να αποφύγουμε κάτι. Το τυχαίο ή και ειμαρμένη συνεχίζει να κυριαρχεί. Τέλος, η θρησκεία της αγάπης και του συναισθήματος, που όλα τα έθνη ενστερνίζονται σήμερα ειλικρινά και που εκεί προσδοκούσε ο Κόντ, δεν κατάφερε να εμποδίσει τους μεταξύ τους πολέμους.

Ο Κόντ, όντας μεγάλος οραματιστής, μεταξύ άλλων αμέλησε και το ότι σε ένα τέλειο κόσμο, κάνουμε τέλειες επιλογές. Σε έναν πραγματικό κόσμο, όμως, κάνουμε πραγματικές επιλογές. Επίσης, ότι όλες οι ιδεολογίες στηρίζονται στο αξίωμα πως ο άνθρωπος είναι πλάσμα βασικά λογικό, ενώ στην πραγματικότητα η ανθρωπότητα είναι τρελή. Ο κόσμος απαρτίζεται από τρελές ιδέες. Η ιστορία είναι μια πομπή από τρελές ιδέες. Και εκείνοι που προπορεύονται πάντα καταβάλουν τη μεγαλύτερη προσπάθεια και ρισκάρουν περισσότερο, θεωρούμενοι από τους σύγχρονους τους παλαβοί. Προπορεύονται, όμως, γιατί για να ρισκάρουν πρέπει να πιστέψουν σε κάτι ανώτερο από αυτούς.

Το δεύτερο που με προβλημάτισε είναι ότι διαβάζω κάτι αριστερούς αλλά και φιλελεύθερους να αναφέρονται άλλοτε σε αφιλάνθρωπη και ανεύθυνη εκκλησία και άλλοτε στο γιατί η ορθόδοξη ελληνική εκκλησία δεν παραδειγματίζεται από την καθολική. Οι άνθρωποι αυτοί είτε έχουν πλήρη άγνοια, είτε αδιαφορούν, γεγονός που και στις δυο περιπτώσεις δεν θα έπρεπε να εκφέρουν δημόσια άποψη, για τα εκκλησιαστικά ζητήματα, είτε, και αυτό είναι ακόμη χειρότερο, το κάνουν εσκεμμένα επιχειρώντας να πλήξουν την εκκλησία μας.

Η εκκλησία δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι φιλάνθρωπος και υπεύθυνη. Τα παραδείγματα αυτοθυσίας και αυτοπροσφοράς των εκπροσώπων της περισσεύουν. Τώρα αν υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις που αμαυρώνουν την εικόνα της είναι δεδομένο. Εκπρόσωποι της εκκλησίας χάνουν και αυτοί καμιά φορά το νόημα της. Η εκκλησία όντως στηρίζει τους ανήμπορους και τους άρρωστους. Τους βοηθάει να ξαναβρούνε την χαμένη τους πίστη για ζωή. Η εκκλησία δεν καθιστά άρρωστο όμως έναν υγιή, πολλώ δε μάλλον τον σκοτώνει. Όταν θα βρεθεί σε ένα γκρεμό δεν θα τον αγιάσει θέλοντας να τον κάνει να πιστέψει ότι πέφτοντας μπορεί να πετάξει. Τον βοηθάει να βρει τον δρόμο του προς το Θεό, όχι να γίνει ό ίδιος θεός. Παρόλα αυτά αφενός οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι η εκκλησία και αφετέρου κακώς η εκκλησία τους αφήνει να συνεχίζουν να την εκπροσωπούν.

Από την άλλη, για να μπορέσει κάποιος να σχολιάσει τα της Εκκλησίας θα πρέπει πρώτα να καταλάβει, όχι μόνο μεμονωμένα αλλά και έναντι της δυτικής, το νόημα της. Για να μάθουμε τι είναι Εκκλησία – ανατολική και δυτική – λοιπόν. Ο θεολόγος Γεώργιος Π. Πατρώνος στο σύγγραμμα του Χριστιανισμός: Εκκλησία ή θρησκεία γράφει: «Η Δύση νοηματοδοτεί τη θρησκεία ως θρησκειολογικό φαινόμενο στην ιστορία της δύναμης και εξουσίας του ανθρώπου, και η Ανατολή σημειολογεί την αποκάλυψη και φανέρωση του Θεού στη μορφή και στο γεγονός της ενανθρώπησης, ως λειτουργία ζωής στην κατ’ ουσίαν φύση της μέσα στο χώρο της εκκλησίας… Με άλλα λόγια, στη θρησκεία ο άνθρωπος παρουσιάζεται κυρίαρχος με τις δυνάμεις του και με τις δυνατότητες του νου του να προσπαθεί να γνωρίσει και να ψηλαφίσει το Θεό, ενώ στην αποκάλυψη και στην εκκλησία έχουμε το Θεό να παίρνει τις πρωτοβουλίες και ως Κύριος φανερώνεται στον κόσμο και ενανθρωπίζεται μεταξύ των ανθρώπων για να γνωσθεί και βιωθεί σε σχέση κοινωνίας με τον άνθρωπο. Στη θρησκεία κυρίαρχη είναι η γνώση ως δυνατότητα προσέγγισης του Θεού, στην αποκάλυψη κυριαρχεί η χάρις ως δυνατότητα συμφιλίωσης Θεού και ανθρώπου. Στην πρώτη περίπτωση της θρησκείας, ο άνθρωπος στοχεύει στην αυτοδικαίωση και αυτοθέωση του, στη δεύτερη της εκκλησίας πραγματώνεται η λύτρωση και η χαρισματική θεώρηση του ανθρώπου που είναι καρπός της αποκάλυψης του Θεού στον κόσμο».

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης περιγράφει πολύ γλαφυρά το νόημα της εκκλησίας μας, γράφοντας στο μυθιστόρημα του Οι έμποροι των Εθνών: «Είς τους οφθαλμούς του Κυρίου χίλια έτη είναι ως μια ημέρα, ήτις παρήλθε. Διατί να μην έχωμεν υπομονήν, όταν ο βίος είναι τόσον βραχύς; Και επί τέλους το τέρμα της προσδοκίας μας εν και μόνον. Δεν έχομεν εδώ μένουσαν πόλιν, αλλά ζητούμεν την μέλλουσαν. Ημών το πολίτευμα είναι εν ουρανοίς».

Κάποιος που αφελώς απαιτεί από την ορθόδοξη εκκλησία να παραδειγματιστεί από την αντίστοιχη δυτική, είναι σαν να της ζητά να αλλάξει το νόημα της. Άρα όσοι βάλλουν μανιωδώς εναντίον της συγκρίνοντας την με την δυτική, μάλλον επιθυμούν τον αφανισμό της. Και δεν είναι τυχαίο αυτό καθώς στην σημερινή Ελλάδα ο εκλεκτός του θεού δεν είναι ο ορθόδοξος χριστιανός πιστός που ενώνει τον Έλληνα αλλά για κάποιους ο προλετάριος, και για κάποιους άλλους ο τεχνοκράτης, που τον διχάζει. Βρισκόμαστε στον καιρό της αυτολατρείας και κάθε άλλη θρησκεία καταργήθηκε. Αρκεί να τρέφει τα πάθη του κανείς.

Όλα είναι μάταια, αναφέρει η Αγία Γραφή. Και αυτό είναι ενιαίο σε όλη την χριστιανική κοινότητα – δυτική και ανατολική. Να πάω όμως και ένα βήμα παραπέρα. Οι Ρωμαίοι την εποχή των Καισάρων πίστευαν ότι το να φοράς το δεξί παπούτσι πριν από το αριστερό φέρνει ευημερία και κακοτυχία. Σήμερα, συνεχίζουν να υπάρχουν προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Το να δεις μια μαύρη γάτα να διασχίζει το δρόμο σου, θεωρείται από πολλούς ως ένας οιωνός της μοίρας. Το ίδιο και με το χτύπημα του ξύλου. Δεν μπορείς να αρνηθείς την πίστη στον άνθρωπο, όσο τρελή και εάν φαίνεται σε κάποιους η πίστη του αυτή. Όταν στοχεύεις σε κάτι στον ουρανό, αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από το Θεό.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι η σημερινή κατάσταση του κόσμου και ο φόβος της πανδημίας φανερώνουν πως η επιστημονική πρόοδος χωρίς αντίστοιχη ηθική και πολιτική πρόοδο, το μόνο που μπορεί είναι να αυξήσει την έκταση της συμφοράς από την κακή χρήση της τεχνικής ικανότητας. Αγνοούμε ότι την αλήθεια μπορεί να την ανακαλύψει κανείς τόσο στην επιστήμη όσο και στην πίστη, στην θρησκεία. Τα αποτελέσματα της επιστημονικής αναγέννησης αλλά ηθικού και πολιτικού μεσαίωνα δυστυχώς τα βιώνουμε σήμερα….

Σχετικά Άρθρα

Η θρησκεία της Αριστεράς – και το άσυλο που απολαμβάνει ως τέτοια στην Ελλάδα

Η θρησκεία της Αριστεράς – και το άσυλο που απολαμβάνει ως τέτοια στην Ελλάδα

Αφού σημειώσαμε τα παραπάνω μπορούμε τώρα να γυρίσουμε στην παραπάνω φωτογραφία. Σε μένα η φωτογραφία δεν θυμίζει σοβιετία ή κάτι αντίστοιχα απολυταρχικό αλλά αποτελεί έμπρακτη απόδειξη ότι η Αριστερά είναι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο θρησκεία. Δεν αποτελεί πολιτική παράταξη ούτε φυσικά πολιτικό κόμμα, δεν προτείνει πολιτικές λύσεις, δεν επιθυμεί τη δημιουργία πολιτών και την ενεργή συμμετοχή στα κοινά για την εξεύρεση πολιτικών λύσεων. Όχι. Είναι θρησκεία που απαιτεί τυφλή αποδοχή και υπακοή στο δόγμα, τυφλή υποταγή και πειθαρχία στον οργανισμό που διακινεί και διαμορφώνει το δόγμα, απώλεια της προσωπικής και ατομικής αξιοπρέπειας υπέρ ενός ανώτερου σκοπού. Οι άνθρωποι που καταδέχτηκαν να τοποθετηθούν σε προσημειωμένες θέσεις φορώντας μάσκες ώστε να επιτύχουν έναν στόχο δεν είναι ανεξάρτητα σκεπτόμενοι πολίτες. Είναι πιστοί, και μάλιστα φανατικοί. Ο χριστιανισμός στηρίχτηκε σε τέτοιους για να επικρατήσει σε ένα εχθρικό ή αδιάφορο περιβάλλον – κάποιοι ήταν στυλίτες ή πήγαν να ζήσουν στην έρημο. Οι σύγχρονοι αντίστοιχοί τους δεν συναντώνται σήμερα μόνο στα μοναστήρια και στις σκήτες αλλά και στην πλατεία Συντάγματος, την Εργατική Πρωτομαγιά του 2020.

read more

Γιατί στολίζουμε τα Χριστούγεννα;

Γιατί δαπανούμε χρόνο και χρήμα, ενώ τίποτα από αυτά δεν μας περισσεύει;Μετά την τόση κουβέντα για τον στολισμό της Αθήνας φέτος, και καθώς στα Εξάρχεια ήδη κάηκε και το δεύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο που τοποθετήθηκε στην ομώνυμη πλατεία, ίσως σκόπιμο είναι ν’...

read more

Γράψου στη λίστα φίλων!

Ακολουθήστε μας