Η ιστορία ενός έθνους δεν είναι ένα θέμα προσωπικό ή και ιδεολογικό

Όταν ακούει κανείς τη λέξη «ιστορία», τα δυο πρώτα ονόματα που του έρχονται στο μυαλό είναι του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη. Από τον 5ο αιώνα π.Χ., τα δυο αυτά τεράστια πνεύματα, καθίστανται οι θεμελιωτές της ιστορικής επιστήμης. Αν και η γραφή τους βασίζεται αποκλειστικά στην αφήγηση πολεμικών γεγονότων, με εμφανείς σε αρκετά σημεία τις Ομηρικές επιρροές, ακολουθείται από μια σειρά προσωπικών κρίσεων ή προτιμήσεων που εστιάζουν στους ψυχολογικούς παράγοντες ως κίνητρα των ιστορικών πράξεων, τα οποία οδηγούν τους ανθρώπους και τους λαούς στην καταστροφή και αποτελεί την πρώτη αξιόπιστη αναφορά στην καταγραφή ιστορίας.  

Η ερμηνεία και μελέτη της ιστορίας αποχτούν, τον 2ο αιώνα π.Χ., μια καθαρά επιστημονική προσέγγιση με τον Πολύβιο. Ο Έλληνας ιστορικός στο έργο του Ιστορίαι, προσεγγίζει την μελέτη της ιστορίας με έναν πρωτοποριακό για την εποχή του τρόπο. Συγκεκριμένα γράφει: «Γενικά έχω την εντύπωση πως, όσοι είναι βέβαιοι ότι µε τις επί μέρους ιστορικές συγγραφές θα πετύχουν συνολική θεώρηση της ιστορίας σε βαθμό ικανοποιητικό, παθαίνουν κάτι παραπλήσιο µ’ εκείνους που, βλέποντας σκορπισμένα τα µέλη ενός σώματος, που κάποτε ήταν ζωντανό και όμορφο, νομίζουν ότι βλέπουν καθαρά την κίνηση και την ομορφιά του ζωντανού ζώου… µόνο µε το συσχετισμό και την αντιπαραβολή όλων των επί μέρους, τη μελέτη των κοινών σημείων και των διαφορών, μπορεί κανένας να το πετύχει και μπορεί, ύστερα από αυτή τη συνολική θεώρηση, να κερδίσει ό, τι χρήσιμο δίνει η ιστορία και συγχρόνως να την απολαύσει».

Μεσολαβεί η αριστοτελική λογική, η θεολογία, η θεοκρατία και ο χριστιανικός εσχατολογικός προσανατολισμός της ιστορίας τον Μεσαίωνα, για να έρθουν τον 18ο αιώνα οι Χέγκελ και Καντ να προσδώσουν στην φιλοσοφική σκέψη και ερμηνεία της ιστορίας μια φαινομενολογική διάσταση, σηματοδοτώντας το πέρασμα από τη δογματική μεταφυσική στην εμμενή φιλοσοφία. Με τον όρο εμμενές εννοούμε αυτό του υφίσταται εντός των ορίων της δυνατής ανθρώπινης εμπειρίας. Το αντίθετο του είναι το υπερβατικό, δηλαδή το πέραν των ορίων του ανθρώπινου λόγου και ανεξάρτητο από αυτόν.

Πάνω στην εμμενή φιλοσοφία βρίσκει πάτημα, τον 19ο αιώνα, η διαλεκτική διαδικασία του Μαρξ, η αποτύπωση της ιστορίας σύμφωνα με τον «τρόπο της παραγωγής», το σύνολο δηλαδή των σχέσεων ανάμεσα σε αυτούς που έχουν την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και σε εκείνους που τα χρησιμοποιούν.

Πάτημα βρίσκει και ο Νίτσε, αλλά δίνει μια άλλη διάσταση στη δική του προσέγγιση. Συγκεκριμένα, γράφει στο Ιστορία και Ζωή: «Να καταπιανόμαστε με την ιστορία για να κατανοήσουμε τη ζωή… Από τρείς απόψεις ανήκει η ιστορική γνώση στον ζωντανό άνθρωπο: του ανήκει εφόσον αυτός δρα και προσπαθεί, του ανήκει εφόσον διαφυλάσσει και τιμά κάτι, του ανήκει εφόσον πάσχει και έχει ανάγκη να λυτρωθεί. Σε αυτή την τριάδα των σχέσεων αντιστοιχεί μια τριάδα ειδών της ιστορικής γνώσης – αν μας επιτρέπεται να διακρίνουμε ένα μνημειακό, ένα αρχαιολατρικό και ένα κριτικό είδος ιστορικής γνώσης». Ο Νίτσε επηρεαζόμενος από τους Πυθαγόρειους, παρατηρεί μια αιώνια επανάληψη και επιστροφή στην ιστορία, μια αέναη κυκλική κίνηση, όπως η επανάληψη στη διάταξη των ουράνιων σωμάτων. 

Τέλος, ο Ράϋμον Αρόν, τον 20ο αιώνα, θα επαναφέρει τα πράγματα στην αρχική τους κατάσταση, αλλά θα προσθέσει στη σκέψη του Πολύβιου και το δικό του λιθαράκι.  Σχετικά με την επιστημονική ερμηνεία και μελέτη της ιστορίας ο Ράϋμον Αρόν, στο Η εξέλιξη της κοινωνιολογικής σκέψης, λοιπόν, γράφει: «Καλός ιστορικός είναι εκείνος που διατηρεί την αίσθηση της ιδιοτυπίας κάθε εποχής, της συνέχειας των εποχών και, τέλος, των σταθερών που, μόνο αυτές, επιτρέπουν να μιλούμε για μια και την αυτή ιστορία».

Αν και η ορθή, αντικειμενική και επιστημονική μελέτη της ιστορίας βασίζεται πάνω στον Πολύβιο και στον Αρόν, παρόλα αυτά, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, έχοντας μεσολαβήσει αρκετές άλλες σχολές σκέψης, μονοδιάστατης παρουσίασης και ιδεολογικού περιεχομένου – «το όπιο των διανοούμενων», κατά τον Αρόν, ο μαρξισμός -, πάνω στην μελέτη της ιστορίας, μπορεί ο καθένας να προσεγγίζει όπως φαντασιωθεί τα πράγματα. Ή, μάλλον καλύτερα να διαμορφώνει κατά το δοκούν συνειδήσεις.

Ακόμα χειρότερα, σήμερα ο ιστορικός στη συνείδηση πολλών φαίνεται πως είναι κοντύτερα στην εικόνα ενός Ιντιάνα Τζόουνς, ενός δηλαδή κυνηγού ή και δημοσιογράφου-ιστορικού χαμένων θησαυρών, παρά σε µια προσωπική ή και συλλογική προσπάθεια με βάση όμως τις θετικές επιστήµες. Μέσα σε αυτή τη σύγχυση βρίσκουν πάτημα και κάποιοι συννεφοπετούμενοι ψευτοσοφοί, μαρξιστικών αλλά και φιλελεύθερων πεποιθήσεων, που άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα επιχειρούν  να περάσουν την δική τους ιδεολογική παπάτζα και ουτοπία, να διαμορφώσουν συνειδήσεις μέσα από την αλλοίωση της ιστορίας.  Πρόσφατα, μάθαμε ότι ιστορία μπορεί να καταγράψει, χωρίς να θέλω να υποτιμήσω το επάγγελμα, ακόμη και ένας γραφίστας. Αφορμή, η παρουσίαση του σήματος και σποτ της Επιτροπής «Ελλάδα 2021» – το ότι λειτουργεί αποκλειστικά με ίδιους πόρους δε μου λέει τίποτα ή και μου λέει πολλά.

Συγκεκριμένα, για την Επανάσταση του 21’, από τη μια, νιώθει κανείς μια δύναμη ακατανίκητη, που δεν είναι μονάχα ζήτημα ενθουσιασμού και ηρωισμού ή και αγριότητας των ατόμων. Είναι κάτι ασύγκριτα μεγαλύτερο. Είναι η ίδια η δύναμη της Ιστορίας, που ζητούσε τότε να λύσει προβλήματα και να προχωρήσει πιο πέρα. Είναι αυτή που σε συνέχεια της Γαλλικής και Αμερικάνικης Επανάστασης όχι μόνο θεμελίωσε το πέρασμα από τον φεουδαλισμό στον καπιταλισμό αλλά και κατέστησε το έθνος μέγεθος το ίδιο ή και ευρύτερο από το κράτος με τη μορφή του εθνικού κράτους.  

Από την άλλη, οι άνθρωποι αναζητούν πάντα καλύτερους καιρούς, είτε προσδοκώντας τους από το μέλλον, είτε προβάλλοντας τους στο παρελθόν, πολλώ δε μάλλον όταν έχουν χτυπηθεί από συμφορές του παρόντος. Ενσκήπτουν στην ιστορία τους, στις παραδόσεις τους για να βρουν μέσα τους την πίστη και τις οδηγίες, με τη βοήθεια των οποίων θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα του παρόντος. Να βρουν το χαμένο τους όραμα. Και η Επανάσταση του 21’ είναι μια ακριβώς τέτοια περίπτωση.

Σίγουρα, η ιστορία, οι παραδόσεις και η συνείδηση, δεν είναι νεκρό παρελθόν παρά ζωντανό παρόν, αλλά η ιστορία δεν μπορεί να δημιουργεί το ταπεινωτικό αίσθημα ότι πιθηκίζει κανείς τον μοντερνισμό και την «πρόοδο» ή προδίδει τη δική του ταυτότητα. Με την ιστορία, τις παραδόσεις, τη συνείδηση και τα σύμβολα τους δεν μπορεί να παίζει κανείς. Η ιστορία δεν είναι ένα θέμα προσωπικό ή και ιδεολογικό. Είναι πάνω από όλα επιστημονικό, και όταν αφορά το ελληνικό έθνος, κυρίως εθνικό!

Σχετικά Άρθρα

Δικαιωματιστές και ακραίοι μουσουλμάνοι – μια ανίερη συμμαχία;

Δικαιωματιστές και ακραίοι μουσουλμάνοι – μια ανίερη συμμαχία;

Πολλοί αναρωτιόνται αυτή την περίοδο γιατί οι δικαιωματιστές, που υπό κανονικές συνθήκες ξεσηκώνονται για οποιαδήποτε παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος, σιγούν συστηματικά κάθε φορά που έχουμε τρομοκρατικό χτύπημα στην Ευρώπη από ακραίους μουσουλμάνους. Για παράδειγμα, πως άραγε γίνεται οι δικαιωματιστές να αντιδρούν οργισμένα για κάθε θάνατο λαθρομετανάστη ενώ για τον αποκεφαλισμό του καθηγητή στην Γαλλία από ακραίο μουσουλμάνο μόνο και μόνο επειδή προώθησε το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση να τηρούν, εκκωφαντική, σιγή;

read more
Data Centers και στο βάθος Κατάληψη

Data Centers και στο βάθος Κατάληψη

Η χώρα μας, το τελευταίο διάστημα με τα μύρια όσα προβλήματα και τις εν εξελίξει υγειονομικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές προκλήσεις, δείχνει να αντιλαμβάνεται πως η μόνη επιλογή που έχει, είναι να ανέβει στο τρένο. Στην πράξη αυτό σηματοδοτείται με μία σειρά από ενέργειες, αναπτύξεις και στρατηγικές επιλογές. Αφενός είμαστε μάρτυρες μίας πρωτόγνωρης ανάπτυξης του ψηφιακού κράτους που προϋποθέτει διάθεση για αξιοποίηση των νέων εργαλείων και ριζική αναδιοργάνωση, επιλογές καθόλου αυτονόητες, αφετέρου με έκπληξη βλέπουμε επενδύσεις στρατηγικής σημασίας (Pfizer, Microsoft και πολλές άλλες μικρότερου εκτοπίσματος αλλά μείζονος σημασίας). Όπως όμως και στον προηγούμενο τεχνοοικοινομικό κύκλο, έτσι και τώρα, κάποιες δυνάμεις, όχι απλά αρνούνται να μπουν στον κόπο να τον μελετήσουν και να προσαρμόσουν έστω το αφήγημα που οι ίδιοι ξέρουν πάνω σε αυτόν, αλλά απορρίπτουν την ίδια την ύπαρξή του.

read more
Το brain gain δεν μιλά απαραιτήτως ελληνικάΉ γιατί η golden visa και οι «αλλοδαποί συνταξιούχοι» μεταδίδουν το λάθος μήνυμα

Το brain gain δεν μιλά απαραιτήτως ελληνικά
Ή γιατί η golden visa και οι «αλλοδαποί συνταξιούχοι» μεταδίδουν το λάθος μήνυμα

Το πρόβλημα του brain drain, της μαζικής φυγής δηλαδή Ελλήνων επιστημόνων με υψηλά προσόντα στο εξωτερικό, είναι ήδη γνωστό σε όλους: Την περίοδο της κρίσης, δηλαδή από το 2008 μέχρι το 2017, υπολογίζεται ότι έφυγαν από τη χώρα περίπου 500.000 Έλληνες της παραπάνω κατηγορίας. Έτσι χάνει η Ελλάδα και ίσως και ο ίδιος ο άνθρωπος που ενδεχομένως να μην ήθελε να την εγκαταλείψει, και κερδίζει η χώρα υποδοχής – εξού και ο αντίθετος όρος του brain drain, το brain gain για τις χώρες υποδοχής. Καθώς λοιπόν πρόκειται για ένα ήδη γνωστό και εντοπισμένο πρόβλημα, έχουν καταβληθεί σημαντικές προσπάθειες για την επίλυσή του. Ποιό είναι το πρόβλημα; Ότι όλοι θεωρούν αυτονόητο πως οι προσπάθειες της χώρας θα πρέπει να επικεντρωθούν μόνο στον επαναπατρισμό των Ελλήνων επιστημόνων που έφυγαν στο εξωτερικό. Ότι δηλαδή, με άλλα λόγια, το brain gain για την Ελλάδα αναγκαστικά θα προέλθει από τους συμπολίτες μας που ξενιτεύτηκαν χωρίς να θέλουν, από την αναστροφή του brain drain. Γνώμη μου είναι πως αυτή η μονομέρεια είναι λάθος. Τι μπορεί να γίνει γι’ αυτό; Η Ελλάδα να αλλάξει οπτική και από αποκλειστικό θύμα του brain drain να γίνει διεκδικητής του παγκόσμιου brain gain. Με άλλα λόγια, να λάβει μέτρα ώστε αλλοδαποί επιστήμονες να θελήσουν να μετακινηθούν προς την Ελλάδα, να παρέχουν τις υπηρεσίες τους εδώ.

read more

Γράψου στη λίστα φίλων!

Ακολουθήστε μας