Μια σύντομη ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

0
65
Β Παγκόσμιος Πόλεμος

O Simon Jenkins, Βρετανός συγγραφέας, αρθρογράφος και εκδότης εφημερίδων του 20ου και 21ου αιώνα, στο σύγγραμμα του “Μια σύντομη ιστορία της Ευρώπης” χαρακτηρίζει την Ιστορία ως «το σπίτι της αντιπαράθεσης». Θεωρεί όπως και ο Χομπς ότι οι άνθρωποι γεννιούνται μέσα σε αέναη σύγκρουση. Ακόμα και σήμερα, οι Ευρωπαίοι δείχνουν ανίκανοι μα βρουν μια συνταγματική φόρμουλα ώστε να ζουν σε ειρήνη μεταξύ τους. Διαφωνούν ασταμάτητα σχετικά με το τι σημαίνει ο όρος «Ευρώπη».

Θα χρησιμοποιήσουμε ως πηγή το συγκεκριμένο σύγγραμμα του για να παρουσιάσουμε συνοπτικά μια από τις χειρότερες, αν όχι τη χειρότερη αντιπαράθεση ή και σύγκρουση μεταξύ των εθνών-κρατών της Ευρώπης. Και φυσικά αναφερόμαστε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εξιστόρηση θα ξεκινήσει από το 1918, το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, και θα αγγίξει μέχρι και τις επιπτώσεις του αλλά και τις δομές που στήθηκαν με την λήξη του για να διασφαλιστεί η αποφυγή ξανά ενός τέτοιου αιματοκυλίσματος.

Το τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, λοιπόν, βρίσκει την Ευρώπη, το 1918, με τη χειρότερη επιδημία γρίπης στα ιστορικά χρονικά που σάρωσε την υφήλιο, από την Πολυνησία έως την Αρκτική. Οι εκτιμήσεις για τους θανάτους έχουν κυμανθεί μεταξύ είκοσι και πενήντα εκατομμυρίων παγκοσμίως, με περισσότερους από δυόμισι εκατομμύρια στην Ευρώπη. Η ασθένεια ονομάστηκε «ισπανική γρίπη» επειδή η λογοκρισία της εποχής του πολέμου απαγόρευε την αναφορά θανάτων αλλού εκτός από τον Τύπο της ουδέτερης Ισπανίας. Την βρίσκει, επίσης, και με την Συνθήκη των Βερσαλλιών, όταν τον Ιανουάριο του 1919 οι νικήτριες δυνάμεις συγκεντρώθηκαν στο Παρίσι για να την διατυπώσουν.

Τα ανωτέρω οδήγησαν στην διάλυση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας σε μερικές από τις εθνικές ομάδες που την απάρτιζαν. Τους παραχωρήθηκε αβέβαιη ανεξαρτησία ως Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία και Γιουγκοσλαβία. Η οθωμανική αυτοκρατορία καταργήθηκε, και δημιουργήθηκε το νέο κράτος της Τουρκίας. Οι δε περισσότερες από τις αραβικές περιοχές τέθηκαν υπό την εξουσιοδότηση των συμμαχικών δυνάμεων. Τον Ιούλιο του 1918 ο Λένιν είχε δολοφονήσει τον πρώην τσάρο, την οικογένεια του και τους υπηρέτες του. Η Γερμανία, καλωσόρισε την επικείμενη «μεταβίβαση της εξουσίας στο γερμανικό προλεταριάτο», σε συνδυασμό με την πτώση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Ένα σοβιέτ σχηματίστηκε για μικρό διάστημα στη Βαυαρία.

Σε όλο αυτό το σκηνικό, μια νέα συνθήκη υπογράφτηκε τον Ιούνιο του 1919. Με αυτήν την Συνθήκη η Γερμανία θα ήταν αφοπλισμένη και θα της απαγορευόταν να διαθέτει έστω και ένα άρμα μάχης ή αεροπλάνο. Επιπλέον, η λιμοκτονούσα και φτωχή Γερμανία υποχρεώθηκε να πληρώσει έναν τρομακτικό λογαριασμό πολεμικών επανορθώσεων, που εκτιμάται σε σημερινές τιμές στις 430 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, ο οποίος παρέστη στη διάσκεψη του Παρισιού ως σύμβουλος αντέδρασε σε όλα αυτά με ένα σύγγραμμα που είχε τίτλο Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης. Για αυτόν, το να καθίστατο ανάπηρη η Γερμανία θα την οδηγούσε σε πολιτική τρωτότητα. Η οικονομική ανάλυση του Κέινς είχε αμφισβητηθεί από τότε, αλλά ο ίδιος, από πολιτική άποψη, δικαιώθηκε και γρήγορα μάλιστα. Η Γερμανία κατέβαλε τις πρώτες πολεμικές επανορθώσεις τον Αύγουστο του 1921. Στη συνέχεια προμηθεύτηκε ξένο συνάλλαγμα για την επόμενη πληρωμή και, καθώς η αξία του μάρκου έπεφτε, τύπωσε περισσότερα μάρκα. Το 1922 το μάρκο βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση, με τις εκτυπωτικές μηχανές να παράγουν ακόμα περισσότερα χαρτονομίσματα. Ο υπερπληθωρισμός έγινε αχαλίνωτος.

Στις αρχές του 1923, με τη Γερμανία να μην μπορεί να προμηθευτεί ξένο συνάλλαγμα και, συνεπώς, να έχει σταματήσει τις καταβολές πολεμικών επανορθώσεων, η Γαλλία, θέλοντας να επιβάλλει κυρώσεις, έστειλε 100.000 στρατιώτες στο Ρουρ να κατάσχει εργοστάσια και ανθρακωρυχεία. Η κίνηση αυτή κατέστησε τη Γερμανία ακόμα πιο αδύναμη να πληρώσει, και σίγουρα λιγότερο πρόθυμη να το κάνει.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών αναγνωριζόταν τώρα ως μη βιώσιμη, και οι Αμερικανοί πρότειναν τον επανασχεδιασμό της. Εισηγήθηκαν την απόσυρση των γαλλικών στρατευμάτων από το Ρουρ, μια μείωση των πολεμικών επανορθώσεων, νέο τρόπο πληρωμής αυτών, και την προσφορά δανείων για ανοικοδόμηση. Το αποτέλεσμα ήταν η Συνθήκη του Λοκάρντο το 1925, η οποία περιέλαβε τη Γερμανία, τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και το Βέλγιο. Επρόκειτο για ένα αμοιβαίο σύμφωνο μη επιθέσεως, το οποίο αναγνώριζε τα σύνορα της Συνθήκης των Βερσαλλιών και αποδεχόταν τη Γερμανία στην Κοινωνία των Εθνών. Τρία χρόνια αργότερα, το 1928, το σύμφωνο Κέλογκ-Μπριάν πήγε πιο μακριά, και «έθεσε εκτός νόμου τον πόλεμο ως όργανο εθνικής πολιτικής», με την κρίσιμη εξαίρεση της «εθνικής άμυνας».

Το οικονομικό Κραχ του 1929 από το «σκάσιμο» μιας κερδοσκοπικής «φούσκας» στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, η οποία εξαπλώθηκε γρήγορα στα χρηματιστήρια του Λονδίνου και της ηπειρωτικής Ευρώπης, έρχεται να αλλάξει και πάλι τα δεδομένα. Τράπεζες κατέρρευσαν σε όλη την ήπειρο. Το 1933 ο Χίτλερ ορίζεται ως νέος Γερμανός καγκελάριος. Το πρόγραμμα του ήταν να εξολοθρεύσει τους κομμουνιστές, να καταστείλει τον «διεθνή εβραϊσμό», να πάψει τις πληρωμές πολεμικών επανορθώσεων και να ξαναχτίσει την στρατιωτική βιομηχανική ισχύ της χώρας του. Η γερμανική κατασκευαστική βιομηχανία τίθεται επί ποδός πολέμου.

Ο επεκτατισμός του Χίτλερ ήταν ουσιαστικά εθνικιστικός, επιζητώντας ζωτικό χώρο για έναν αμιγώς γερμανικό λαό. Τέτοιος χώρος βρισκόταν προφανώς στην ανατολή, όπου, από την εποχή των Βερσαλλιών, εκατομμύρια Γερμανοί ζούσαν κάτω από ξένες κυβερνήσεις, ιδίως στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία. Αποτελούσαν μια ανοιχτή πρόσκληση να αποκατασταθεί η ακεραιότητα αυτού που ο Χίτλερ θεωρούσε ως γερμανόφωνη Άρια φυλή. Το 1935 ο Μουσολίνι εισέβαλε στην Αιθιοπία, επιδιώκοντας να τη συνδέσει με τις αποικίες της Ιταλίας στη Σομαλία και την Ερυθραία. Η επιθετικότητα αυτή υποστηρίχθηκε από τον Χίτλερ, και η κατάφωρη παραβίαση των κανόνων της Κοινωνίας των Εθνών πέρασε ατιμώρητη. Η κοινή γνώμη ωστόσο εξακολουθούσε να υποθέτει ότι η διπλωματία θα απέτρεπε τους μπελάδες.

Τον Μάρτιο του 1936 ο Χίτλερ προχώρησε στην πρώτη απροκάλυπτη ενέργεια επιθετικότητας, στέλνοντας στρατεύματα να ανακαταλάβουν τη Ρηνανία. Ούτε η Γαλλία ούτε η Βρετανία αντέδρασαν. Αν το είχαν πράξει, είναι γνωστό τώρα ότι ο Χίτλερ είχε δώσει εντολή στον στρατό για υποχώρηση. Την ίδια εποχή, ο Χίτλερ σχημάτισε έναν «άξονα» με την Ιταλία και διαπραγματεύτηκε μια φιλική σχέση με την Ιαπωνία. Δυο χρόνια μετά, το 1938 ο Χίτλερ απαίτησε τη συγχώνευση της Αυστρίας με τη Γερμανία. Όταν η αυστριακή κυβέρνηση αρνήθηκε, ο Χίτλερ εισέβαλε σε αυτή.

Στον επεκτατισμό του Χίτλερ συνεχιζόταν ο κατευνασμός. Τον Σεπτέμβριο του 1938 ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν και ο Γάλλος ομόλογος του πήγαν στο Μόναχο για να επιδιώξουν μια διευθέτηση με τους Τσέχους και τον Χίτλερ. Ο Τσάμπερλεν έσκιζε ουσιαστικά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Παραχώρησε τη Σουδητία σε αντάλλαγμα μιας υπόσχεσης από την πλευρά του Χίτλερ ότι δε θα υπήρχαν άλλες επιθετικές κινήσεις, και επέστρεψε στο Λονδίνο για να διακηρύξει πως είχε κερδίσει «ειρήνη για την εποχή μας». Αντ’ αυτού, ο Χίτλερ απάντησε στη συστολή της Ευρώπης με την Νύχτα των Κρυστάλλων, μια καταστροφή εβραϊκών περιουσιών σε όλη τη Γερμανία και την Αυστρία.

Τον Αύγουστο του 1939, ο απεσταλμένος του Χίτλερ, Ρίμπεντροπ, υπέγραψε ένα σύμφωνο μη επιθέσεως με τον Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, Μόλοτοφ. Περιελάμβανε ένα μυστικό πρωτόκολλο στο οποίο οι δυο χώρες συμφωνούσαν να διαμοιράσουν μεταξύ τους την Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής. Όταν ρωτήθηκε πως θα χειριζόταν την κατάσταση με έναν φασίστα δικτάτορα, ο Μόλοτοφ είπε στους δημοσιογράφους ότι «ο φασισμός είναι ζήτημα γούστου». Επρόκειτο για καθαρό οπορτουνισμό και από τις δυο πλευρές.

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, δίχως να προηγηθεί τελεσίγραφο ή διαπραγμάτευση, ο Χίτλερ έστειλε ένα στρατό ενάμιση εκατομμυρίου ανδρών μέσα στη Δυτική Πολωνία, ενώ η Μόσχα έκανε το ίδιο, στην ανατολική Πολωνία δεκαέξι μέρες αργότερα. Περίπου 700.000 Πολωνοί στρατιώτες πέθαναν στο ανατολικό και δυτικό μέτωπο τους. Δεκαπλάσιοι από αυτούς αιχμαλωτίστηκαν. Χιλιάδες αξιωματικοί εκτελέστηκαν αργότερα και εκατοντάδες πολίτες σφαγιάστηκαν εν ψυχρώ.

Μέχρι τα τέλη του 1940 ο Χίτλερ είχε κατακτήσει σχεδόν ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη. Ο στρατός του δεν είχε υποστεί καμία ήττα και οι γερμανικές στρατιωτικές απώλειες ήταν μικρές. Τον Αύγουστο του 1941 ο Ρούζβελτ και ο Τσόρτσιλ διαμόρφωναν τη Χάρτα του Ατλαντικού. Τον Ιανουάριο του 1942 η χάρτα είχε υπογραφεί από 26 συμμαχικά έθνη ως μια «διακήρυξη των ηνωμένων εθνών» κατά του Χίτλερ. Τον Δεκέμβριο του 1941, 353 ιαπωνικά αεροπλάνα έπληξαν τον αμερικάνικο στόλο του Ειρηνικού, στο Περλ Χάρμπορ της Χαβάης. Μέσα σε τρεις ημέρες από το Περλ Χάρμπορ, οι ΗΠΑ ήταν σε πόλεμο τόσο με την Ιαπωνία, όσο και με την Γερμανία.

Την ίδια στιγμή, οι Γερμανοί πολιόρκησαν το Λένινγκραντ. Η πολιορκία επρόκειτο να διαρκέσει περισσότερο από δυο χρόνια, και κατά τη διάρκεια της, θα πέθαιναν ένα εκατομμύριο άνθρωποι. Ενεπλάκησαν δυόμισι εκατομμύρια στρατιώτες, διήρκεσε από τον Ιούλιο του 1942 μέχρι και τον επόμενο Φεβρουάριο. Από την άποψη αριθμού προσωπικού που ενεπλάκη, ήταν πιθανώς η μεγαλύτερη μάχη στην ιστορία της Ευρώπης. Τον Φεβρουάριο του 1943, παρακούοντας τις ρητές διαταγές του Χίτλερ, οι Γερμανοί διοικητές στο Στάλινγκραντ παραδόθηκαν.

Η άνοδος της Ιαπωνίας στην Άπω Ανατολή αποδείχθηκε σύντομη. Το αμερικάνικο ναυτικό νίκησε τον προελαύνοντα ιαπωνικό στόλο στην αεροναυμαχία του Μίντγουεϊ τον Ιούνιο του 1942. Η προέλαση του Ρόμελ κατά μήκος της βόρειας Αφρικής είχε επίσης ανακοπεί. Μια βρετανική στρατιά στη μάχη του Ελ Αλαμέιν τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1942 απέκρουσε τη γερμανική Απρίλη προς την Αίγυπτο και τις πετρελαιοπηγές της Αραβίας… Έως τον Μάιο του 1943 η γερμανική δραστηριότητα στην Αφρική είχε τερματιστεί. Εκατόν πενήντα χιλιάδες Γερμανοί και Ιταλοί συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, και όλο το υλικό τους δημεύτηκε. Ο Τσόρτσιλ περιέγραψε το Ελ Αλαμέιν ως «το τέλος της αρχής».

Από το καλοκαίρι του 1943 ο Χίτλερ μετατράπηκε από επιτιθέμενος σε αμυνόμενο. Τον Ιούλιο του 1943 ο Χίτλερ διέταξε μια τελευταία απεγνωσμένη επίθεση στην καρδιά της σοβιετικής ενδοχώρας, στο Κούρσκ, νοτίως της Μόσχας… Η απόπειρα της Γερμανίας να κατακτήσει τη Ρωσία είχε φτάσει στο τέλος της. Στο τέλος του πλησίαζε επίσης και ο πόλεμος στον Ατλαντικό. Η αγγλοαμερικάνικη συνεργασία στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο και το σπάσιμο των κωδικών της γερμανικής κρυπτογραφικής μηχανής «Enigma» κατέστησαν τις επιχειρήσεις των γερμανικών υποβρυχίων σχεδόν αυτοκτονικές.

Τον Ιούλιο του 1943 αμερικανικά και βρετανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σικελία και κατέλαβαν γρήγορα το Παλέρμο. Οι γερμανικές μεραρχίες γύρω από το Λένινγκραντ υποχρεώθηκαν τελικά να υποχωρήσουν τον Ιανουάριο του 1944, λεηλατώντας, καθώς αποσύρονταν, τα παλάτια των Ρομανόφ από τους θησαυρούς τους. Στις 6 Ιουνίου 1944 ήρθε η ημέρα της συμμαχικής απόβασης, η μεγαλύτερη αμφίβια επιχείρηση στην Ιστορία κατά μήκος ογδόντα χιλιομέτρων των νορμανδικών ακτών. Έως τον Φεβρουάριο του 1945, τόσο οι σοβιετικές, όσο και οι δυτικές στρατιές κινούνταν μέσα σε γερμανικό έδαφος.

Ο Μουσολίνι συνελήφθη από τους παρτιζάνους, τουφεκίστηκε και κρεμάστηκε ανάποδα σε ένα εργοτάξιο. Χρειάστηκε να φτάσει ο Ιούνιος του 1944 για να καταλάβουν οι Σύμμαχοι τη Ρώμη. Η πτώση του Βερολίνου ήρθε στις 2 Μαίου του 1945, δυο μέρες αφότου ο Χίτλερ αυτοπυροβολήθηκε μέσα στο καταφύγιο του. Την άνοιξη του 1945 στη Γιάλτα της Κριμαίας, ο Ρούζβελτ, ο Στάλιν και ο Τσόρτσιλ είχαν κάνει τα πρώτα βήματα, επανασχεδιάζοντας τον χάρτη της Ευρώπης. Τον Αύγουστο του 1945, ο πόλεμος κατά της Ιαπωνίας έληξε όταν Αμερικανοί έριξαν ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.

Η Ευρώπη το 1945 αντιμετώπιζε ένα ωμό γεγονός. Μια ήπειρος που πριν από μισό αιώνα κυβερνούσε με αυτοπεποίθηση το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού, είχε κομματιαστεί. Είχε σκοτώσει σαράντα εκατομμύρια από τους δικούς της ανθρώπους, είχε ακρωτηριάσει τις ιστορικές πόλεις της και είχε βυθίσει τον μισό από τον πληθυσμό της στην πείνα και την ανέχεια. Οι οικονομίες των εμπόλεμων χωρών γύρισαν πίσω στο σημείο που ήταν το 1900, σβήνοντας μισό αιώνα προόδου. Τίποτα τόσο καταστροφικό για την ευημερία και τον πολιτισμό της Ευρώπης δεν είχε συμβεί από την εποχή των θρησκευτικών πολέμων του 17ου αιώνα.

Μια άμεση κρίση προκλήθηκε από τον μαζικό εκτοπισμό προσφύγων. Εκτιμάται ότι δώδεκα εκατομμύρια άνθρωποι εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους λόγω της κατάρρευσης της Γερμανίας, ως επί το πλείστον γερμανόφωνοι που απελάθηκαν από τον Στάλιν. Εκατομμύρια έφυγαν από τον φόβο των εθνοτικών αντιποίνων ή του κομμουνισμού. Οι βαρβαρότητες της ειρήνης, όχι του πολέμου, ήταν εκείνες που οδήγησαν στη μεγαλύτερη εξαναγκασμένη μετανάστευση στην ιστορία της Ευρώπης.

Ενώ υπήρξε ένας βραχυχρόνιος λιμός, τα χρόνια αμέσως μετά τον Πόλεμο αποδείχτηκαν πως ήταν χρόνια εκπληκτικής ανάπτυξης. Οι οικονομίες της Ευρώπης, τόσο στην κομμουνιστική Ανατολή όσο και στην καπιταλιστική Δύση, εκτιμάται ότι επέστρεψαν στα προπολεμικά τους επίπεδα παραγωγής το 1950. Οι υπερεθνικοί θεσμοί που πρότεινε η Χάρτα του Ατλαντικού τέθηκαν βαθμιαία σε κίνηση. Ο ΟΗΕ, που αντικατέστησε την αχρηστευμένη Κοινωνία των Εθνών, συνεδρίασε για πρώτη φορά στο Σαν Φρανσίσκο τον Απρίλιο του 1945, με πέντε έθνη να παρίστανται. Ο οργανισμός αυτός θέσπισε ένα διεθνές δικαστήριο και μια ειρηνευτική δύναμη. Ως φυλαχτό της αμερικάνικης δέσμευσης, ο ΟΗΕ θα είχε την έδρα του στη Νέα Υόρκη. Την ίδια εποχή ιδρύθηκαν στην Ουάσιγκτον η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πως, έως τα μέσα του 20ου αιώνα, η Ευρώπη είχε θυσιάσει οποιαδήποτε αξίωση να αποτελέσει το σπίτι μιας νέας παγκόσμιας τάξης. Αυτή η εποχή τελείωνε.

Το 1951 η Δυτική Γερμανία, η Γαλλία και οι Κάτω Χώρες συγκρότησαν ένα ευρωπαϊκό καρτέλ, ή «κοινότητα» άνθρακα και χάλυβα (ECSC)… Ο θεσμός αυτός θέσπισε μια κοινή αγορά στον άνθρακα και τον χάλυβα και μια βουλή εθνικών αντιπροσώπων βουλευτών. Μια πιο παραγωγική εξέλιξη ήρθε με τη μετάλλαξη της εξαμελούς ECSC σε μια πλήρως ανεπτυγμένη τελωνειακή ένωση. Ξεκίνησε με μια σύνοδο στη Μεσίνα της Ιταλίας το 1955, την οποία εμπνεύστηκε ο Ζαν Μονέ, πατέρας της μεταπολεμικής πολιτικής ανασυγκρότησης της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) που προέκυψε σχηματίστηκε τον Μάρτιο του 1957 με τη Συνθήκη της Ρώμης.

Η ΕΟΚ ανέπτυξε μια μόνιμη επιτροπή και ένα Συμβούλιο Υπουργών αποτελούμενο από προέδρους ή πρωθυπουργούς των κρατών-μελών, το οποίο επρόκειτο να εδρεύει στις Βρυξέλλες. Το τελευταίο επρόκειτο να είναι το ανώτατο σώμα χάραξης πολιτικής. Θα υπήρχε μια συμβουλευτική Βουλή και ένα Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Η διοργάνωση του ποδοσφαιρικού Κυπέλου Ευρώπης ξεκίνησε το 1955. Την επόμενη χρόνια θεσμοθετήθηκε ο Διαγωνισμός Τραγουδιών της Eurovision. Τη δεκαετία του 1960 το Ηνωμένο Βασίλειο διπλασίασε τον αριθμό των πανεπιστημίων του μόνο μέσα σε μια δεκαετία. Μια ξεχωριστή μουσική άρχισε να απελευθερώνεται από τις αμερικάνικες εισαγωγές του ροκ-εν-ρολ. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι διαδηλώσεις στους δρόμους σε όλη την Ευρώπη αντετίθεντο βίαια στον επεκτεινόμενο πόλεμο της Αμερικής στο Βιετνάμ. Το 1970 συγκροτήθηκαν η Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ στη Γερμανία και οι Ερυθρές Ταξιαρχίες στην Ιταλία, αλλά εκφυλίστηκαν προβαίνοντας σε δολοφονίες υψηλόβαθμων επιχειρηματικών στελεχών. Όπως είχε γίνει και το 1848, η Ευρώπη, τη δεκαετία του 1960, προσέφερε άγονο έδαφος για αστική επανάσταση.

Ακριβώς τη στιγμή που το Ανατολικό Μπλόκ διαλυόταν, η ΕΟΚ έκανε ένα σημαντικό βήμα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο επικεφαλής της επιτροπής, Ζακ Ντελόρ, πρότεινε το 1990 να γίνει η ΕΟΚ ένας εκτελεστικός παράγοντας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με το υπάρχον κυρίαρχο Συμβούλιο Υπουργών ως απλώς γερουσία του. Η ΕΕ γινόταν ένα κράτος χωρίς έθνος.

Η ΕΟΚ συσκέφθηκε στο Μάαστριχτ το 1991 για να αποφασίσει σε μια πλήρη νομισματική ένωση έως τα τέλη του αιώνα, η οποία θα περιελάμβανε έντεκα από τα μέλη της και αργότερα δώδεκα. Για τη Γερμανία, αυτό ήταν ένα δύσκολο βήμα, επειδή σήμαινε τον θάνατο του γερμανικού μάρκου, του συμβόλου της μεταπολεμικής ευημερίας της. Το αντιστάθμισμα ήταν ένα υπερτιμημένο ευρώ και η έλλειψη οποιουδήποτε εργαλείου εσωτερικής οικονομικής ισορροπίας, προς μεγάλο πλεονέκτημα της Γερμανίας. Το ευρώ αντικατέστησε τελικά τα εθνικά νομίσματα το 2002.

Ο Simon Jenkins θέτει και την εικόνα της επόμενης όμως μέρας. Όπως χαρακτηριστικά γράφει, «η ευρωπαϊκή δημοκρατία εισήλθε πρόσφατα σε μια τραυματική περίοδο. Όπως είχε συμβεί και παλαιότερα, τοπικές ταυτότητες και πικρίες βγήκαν στην επιφάνεια. Αποσχιστικά κινήματα θέριεψαν στη Σκοτία, στην Καταλονία και σε τμήματα της Γαλλίας, της Ρουμανίας και της Ιταλίας, οπουδήποτε οι συγκρούσεις μεταξύ κεντρικής και της περιφερειακής κυβέρνησης κατέστησαν κρίσιμες. Ένας μολυσματικές εθνικισμός άρχισε να αναδύεται στις αποκαλούμενες χώρες των Τεσσάρων του Βίσεγκραντ, δηλαδή την Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία και την Τσεχία. Δεξιά κόμματα αύξησαν τη δύναμη τους στην Αυστρία, την Ολλανδία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Στον πυρήνα της έλξης τους βρισκόταν το παλαιότερο από όλα τα αισθήματα, μια επιθυμία να προστατευθεί από την έφοδο της παγκοσμιοποίησης και της μετανάστευσης ο χαρακτήρας και η ακεραιότητα των κατεστημένων κοινωνιών».

Συνεχίζοντας την ανάλυση του αναφέρει ότι «η φεντεραλιστική περιπέτεια, τόσο σίγουρη για τον ιδεαλισμό της, είχε απαιτήσει ανέκαθεν την τήρηση του κοινωνικού συμβολαίου του Ρουσό, μια συναινετική σχέση ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη. Οι ποικίλοι λαοί της Ευρώπης θα υποστήριζαν την ένωση, αλλά μόνο στον βαθμό που αυτή δεν παραβίαζε τον εκλαμβανόμενο από αυτούς χαρακτήρα τους και τον τρόπο ζωής τους. Οι πόλεις της Ευρώπης που αναπτύσσονταν εκρηκτικά μπορεί να ήταν ικανές να απορροφήσουν την αλλαγή, αλλά αυτό δεν ίσχυε για τις πρώην βιομηχανικές επαρχίες, τις αγροτικές περιοχές και τους ηλικιωμένους πληθυσμούς. Το παλιό ιδεολογικό τεκτονικό ρήγμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης επανεμφανιζόταν, ενώ ένα χάσμα διευρυνόταν επίσης ανάμεσα στον πλούσιο βορρά και τον φτωχό νότο».

Για να καταλήξει λέγοντας ότι «σε αυτές τις προκλήσεις και τις αξίες που είχαν συνθέσει τη μεταπολεμική Ευρώπη, η ΕΕ έδειχνε ελάχιστη ανταπόκριση. Ένα Σύνταγμα το οποίο είχε πρόθεση να χαλιναγωγήσει τη Γερμανία και να αποφύγει την ανάδυση ενός κυρίαρχου κράτους υπέφερε τώρα από την έλλειψη ακριβώς μιας τέτοιας ηγεσίας. Η Ρωσία ήταν μωλωπισμένη και θυμωμένη, η Αμερική ασαφής για το που στεκόταν. Πάνω από την Ευρώπη επικρέμονταν οι ίδιες διαιρέσεις και αβεβαιότητες όπως και παλιά».

Το Μια σύντομη ιστορία της Ευρώπης εκδόθηκε το 2018, όταν ο Πούτιν δεν είχε ακόμα εισβάλει στην Ουκρανία και ο Ερντογάν μόλις ξεκινούσε τον εθνικιστικό του επεκτατισμό και την αναζήτηση ενός ζωτικού χώρου για ένα αμιγώς τουρκικό λαό.

Μαζί με το αποτέλεσμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στα αποφασιστικά γεγονότα στην εξέλιξη της Ευρώπης κατατάσσονται και οι Περσικοί Πόλεμοι. Αν οι Πέρσες, όπως και ο Χίτλερ, είχαν θριαμβεύσει, και η Ελλάδα και η λεκάνη του Αιγαίου είχαν περάσει στα χέρια τους, το ίδιο θα συνέβαινε πιθανώς και με τα Βαλκάνια και το μεγαλύτερο μέρος της Μεσογείου. Οι λαοί αυτών των περιοχών θα είχαν προσελκυστεί από τους θρόνους, τους θεούς και τα έθιμα της Ανατολής. Επειδή δεν υπήρχε ακόμη κάποια έννοια της Ευρώπης, πιθανώς να μην είχε υπάρξει ποτέ η αιτία για να επινοηθεί αυτή. Ωστόσο, οι Περσικοί Πόλεμοι μας υπενθυμίζουν ότι η Ευρώπη αποικήθηκε αρχικά από την Ασία, και ποτέ δεν κατάφερε να αποσπαστεί εντελώς από την ιστορία της Ασίας. Οι νίκες των Ελλήνων, που συχνά σημειώθηκαν απέναντι σε συντριπτικά δυσαναλογία δυνάμεων, έχουν αποδοθεί κατά καιρούς στα ανώτερα σιδηρά όπλα και στην λατρεία του ανδρικού αθλητισμού. Οι Έλληνες πολεμούσαν με την πειθαρχία ανθρώπων που υπερασπίζονται τα σπίτια και τις οικογένειες τους. Η δημοκρατία δεν είχε ηλικία ούτε 25 ετών, αλλά ήδη ασκούσε έλξη σε πολίτες που μάχονταν ως άτομα, τόσο για προσωπική ελευθερία από την τυραννία, όσο και συλλογική.

Ο εορτασμός του «ΟΧΙ» θα πρέπει να έχει διττή σημασία, λοιπόν. Αφενός μεγάλη τιμή σε όσους υπερασπίστηκαν το έθνος, την πατρίδα και τις αξίες για ελευθερία και δημοκρατία. Αφετέρου, θα πρέπει, να αποτελέσει και μια παρακαταθήκη για το γεμάτο κινδύνους και προκλήσεις παρόν και το μέλλον. Δηλαδή, ένα τεράστιο ΟΧΙ – και όχι μόνο με κατευνασμό – απέναντι στον εθνικιστικό επεκτατισμό και αναθεωρητική πολιτική των Τούρκων αλλά και της αναζήτησης τους για ένα ζωτικό χώρο για έναν αμιγώς τουρκικό λαό.

Χρόνια πολλά Ελλάδα!

Previous article‘Alors, c’est la guerre’
O Γιάννης Κίτσος διαθέτει πάνω από 15 έτη επαγγελματική εμπειρία αρχικά στον τραπεζικό και στη συνέχεια στον συμβουλευτικό τομέα. Είναι Οικονομολόγος, με μεταπτυχιακές σπουδές στην Χρηματοοικονομική Διοίκηση και έχει διατελέσει Γενικός Δ/ντης στο Σύνδεσμο Ελλήνων Οικονομικών Δ/ντων. Αρθρογραφεί σταθερά τα τελευταία 7 έτη σε διάφορα ενημερωτικά site.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here