Ο οικονομικός και παραγωγικός ιστός μια χώρας είναι ένα συναρπαστικό εργαλείο, κατασκευασμένο από εκατομμύρια κομμάτια τα οποία, μαγικά και με προφανώς αόρατο τρόπο, συναντώνται μεταξύ τους. Δεν υπάρχει κάποιος διευθυντής ορχήστρας και εκείνοι που προσπάθησαν να ρυθμίσουν και να διευθύνουν μια οικονομία με διάφορες παρεμβάσεις τους, απέτυχαν. 

Αν πριν από λίγους μήνες είχε πάει κάποιος  στο Ηράκλειο, στη Θεσσαλονίκη ή στην Πάτρα, θα είχε πέσει επάνω σε μια ανοιξιάτικη ευθυμία με χιλιάδες εστιατόρια και μπαρ ανοικτά, με τα εμπορικά καταστήματα να ετοιμάζονται για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα και οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο τουριστικό κλάδο να ετοιμάζονται να υποδεχθούν σε μερικούς μήνες τα εκατομμύρια των τουριστών όπως γίνεται κάθε χρόνο τα τελευταία χρόνια. Αυτή είναι η αγορά, δηλαδή η ζήτηση, που ορίζει τον αριθμό και το εύρος των πωλήσεων και οι πωλήσεις τα έσοδα κάθε κράτους. Δεν τα καταφέρνουν όλες οι επιχειρήσεις, αλλά οι περισσότερες, παρά τις δυσκολίες, τα καταφέρνουν μια χαρά. Δεν υπάρχει κρατική παρέμβαση που να καθορίζει τη συχνότητα της λειτουργίας των μπαρ ή των εστιατορίων στη Αθήνα. Οι καταναλωτές το αποφασίζουν κάθε μέρα. Και από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις προσπαθούν να τονώσουν τη ζήτηση, να αγωνιστούν για να γίνουν όλο και πιο χρήσιμοι στους καταναλωτές, με καλύτερες υπηρεσίες και προϊόντα.

Αλλά όταν ξαφνικά ένα Προεδρικό διάταγμα, λόγω μιας πανδημίας, αποφασίζει να κλείσει σχεδόν τα πάντα, είναι πρόβλημα, τεράστιο πρόβλημα. Ένα γεύμα που δεν καταναλώθηκε, μια σύμβαση που ακυρώθηκε, ένας υπάλληλος που δεν προσλήφθηκε, ένας καφές που δεν αγοράστηκε, μια υπηρεσία που δεν παρασχέθηκε, όλα αυτά και πολύ περισσότερα , δεν πρόκειται να ανακτηθούν ποτέ, χάνονται. Αυτή τη ζοφερή οικονομική πραγματικότητα,  εκατομμύρια τεχνίτες, έμποροι, αυτοαπασχολούμενοι και άλλοι το βιώνουν στο «πετσί» τους. Αυτή τη στιγμή έχουν μηδενικό κύκλο εργασιών και γνωρίζουν καλά ότι όταν ξανανοίξουν, αυτό που έχουν χάσει δεν θα είναι σε θέση να το ανακτήσουν. Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι όλοι την επόμενη ημέρα θα μπορούν να ξανανοίξουν, γιατί είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι δε θα καταφέρουν όλοι να είναι ξανά κοντά μας. Η οικονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι πολύ πιθανό να είναι δραματική. Για τις ισχυρές και δομημένες εταιρείες, η οικονομική τους κατάσταση ενδεχομένως να  αλλάζει ελάχιστα. Είναι μια επιβαρυντική περίσταση. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις όμως η οικονομική πραγματικότητα είναι δραματική.

Σε αυτήν ακριβώς την οικονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία έχει βρεθεί η Ελληνική οικονομία, η κυβέρνηση έχει εφαρμόσει δύο σημαντικές πρακτικές. Έχει διαθέσει οικονομικούς πόρους για τη στήριξη των μισθωτών, των αυτοαπασχολούμενων, των επιχειρήσεων κλπ. Και έχει απαγορεύσει τις απολύσεις σχεδόν σε όλες τις επιχειρήσεις από τη στιγμή που  επιτρέπει στις εταιρείες να μην πληρώνουν τους υπαλλήλους τους για τις επόμενες εβδομάδες. Η κατεύθυνση είναι σωστή. Αλλά στις λεπτομέρειες κρύβεται πάντα ο «ακατανόμαστος». Δεδομένου ότι εξακολουθούμε να μιλάμε για μειωμένους πόρους, πρέπει τουλάχιστον να είναι απλό όλες οι επιχειρήσεις να έχουν πρόσβαση σε αυτούς αμέσως. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά έχουν αγνοηθεί. Είναι σαν να ανακοινώνεις ένα νοσοκομείο έκτακτης ανάγκης (σαν και αυτό που καταφέρανε να χτίσουν οι Κινέζοι σε δέκα ημέρες), αλλά αυτό θα είναι έτοιμο μετά από ένα μήνα και, εν τω μεταξύ, οι ασθενείς πεθαίνουν. Ακριβώς όπως οι επιχειρήσεις χρειάζονται άμεση ρευστότητα (που δεν έχουν ακόμη) για να επιβιώσουν, έτσι και οι πολίτες χρειάζονται άμεσες πηγές για να ανταπεξέλθουν στη σκληρή πλέον πραγματικότητα. Πρέπει να αναζωπυρώσουμε την οικονομία το συντομότερο δυνατό.

Με την έγκριση των πρώτων οικονομικών μέτρων, μια δεύτερη δύναμη (εκτός από το Κράτος) καλείται να μπει στο πεδίο εφαρμογής των μέτρων, είναι αυτή των τραπεζών. Η οικονομική στενότητα της χώρας θα περάσει αργά ή γρήγορα στα χέρια τους. Κανένας δεν αμφισβητεί τις ικανότητές τους, αλλά το άλμα αλλαγής νοοτροπίας που απαιτείται από το τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να ταρακουνήσει τα θεμέλια της ελληνικής οικονομίας.

Η τραπεζική γραφειοκρατία, όπως δυστυχώς γνωρίζουμε τα τελευταία χρόνια, σε πολλές περιπτώσεις είναι στα ίδια επίπεδα, αν όχι σε υψηλότερα, με το Κράτος. Δεν μπορεί και δεν πρέπει πλέον να συνεχιστεί έτσι. Οι τράπεζες είναι τώρα η δεύτερη πιο ισχυρή οικονομική προστασία της οικονομίας, εάν θεωρήσουμε ότι η πρώτη είναι η κρατική στήριξη. Θα πρέπει να βοηθήσουν τις τραυματισμένες οικονομικά επιχειρήσεις και να απομακρύνουν προσεκτικά τα επιχειρηματικά ερείπια με την ίδια ταχύτητα και γενναιοδωρία που οι πυροσβέστες, οι γιατροί και οι εθελοντές επιδεικνύουν σε φυσικές καταστροφές.

Οι τράπεζες μπορούν να ανεβάσουν μια χώρα χωρίς να χρειάζεται να κάνουν φιλανθρωπίες, απλά να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις, κυρίως τις ΜΜΕ, να μείνουν ζωντανές αυτή τη περίοδο έτσι ώστε να έχουν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν στη πορεία μιας ενδεχόμενης ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής οικονομίας (εν μέσω πανδημίας δε μπορούμε να μιλάμε μόνο για Εθνική Οικονομία). Και οι εταιρείες μας δεν χρειάζονται φιλανθρωπία, μόνο ένα πράγμα ζητούν: Να κάνουν γρήγορα. Κεφάλαιο κίνησης με χαμηλό επιτόκιο, επιχειρηματικά δάνεια, αναδιαπραγμάτευση υφιστάμενων δανείων και άλλα πολλά τραπεζικά εργαλεία/όπλα θα πρέπει να αξιοποιηθούν το γρηγορότερο δυνατό. Επίσης, επειδή, τα γαλλικά και γερμανικά τραπεζικά συστήματα λειτουργούν ταχύτερα από τα δικά μας, οι Γάλλοι και Γερμανοί επιχειρηματίες θα έχουν μεγάλα πλεονεκτήματα έναντι της δικής μας χώρας στην επανεκκίνηση και ο ανταγωνισμός θα καταστεί άδικος και άνισος.

Οι ελληνικές τράπεζες στη ζημιά που προκάλεσε ο ιός και στα προβλήματα της Ελληνικής κυβέρνησης δε θα πρέπει να προσθέσουν την «κοροϊδία» της τραπεζικής γραφειοκρατίας ή την επικίνδυνη συμπεριφορά που έχουν επιδείξει τα τελευταία χρόνια αναφορικά με τα υψηλά επιτόκια ή τις διάφορες καταχρηστικές ρήτρες (όπως έχουν κριθεί κάποιες ρήτρες από τα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας) απλά και μόνο για βγάλουν ένα παροδικό κέρδος. Όπως κάνουν αυτή τη περίοδο όταν σε μια χρονική στιγμή που όλες οι τραπεζικές συναλλαγές γίνονται ηλεκτρονικά, αυτές χρεώνουν π.χ. 0,30 λεπτά την πληρωμή των ασφαλιστικών εισφορών. Θα μπορούσανε να συμβάλλουν θετικά καταργώντας τουλάχιστον για αυτή τη περίοδο τις διάφορες χρεώσεις των τραπεζικών συναλλαγών. Μια χώρα που δεν μπορεί να στηριχθεί στις τράπεζές της σε περιόδους ανάγκης είναι μια χώρα χωρίς μέλλον. Και μια τράπεζα χωρίς χώρα είναι μια νεκρή τράπεζα.

Σχετικά Άρθρα

Οι Έλληνες ενώνουν το τίποτα με το πουθενά

Οι Έλληνες ενώνουν το τίποτα με το πουθενά

Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει με μεγαλύτερη ένταση τις ιδιωτικοποιήσεις, πέραν του εκσυγχρονισμού – το αποτέλεσμα του εκσυγχρονισμού άνευ, όμως, μεταρρυθμίσεων το βιώσαμε και πρόσφατα με τις καταστροφικές πυρκαγιές – να ξεκινήσει και τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις του δημοσίου τομέα και ΟΤΑ, και επιτέλους να εξυγιάνει το τραπεζικό σύστημα. Με τις παραπάνω προβλέψεις και σημερινή δυσμενή πραγματικότητα, η ελληνική οικονομία, χωρίς αυτά, είναι αναπόφευκτο πως θα δει υψηλότερα επιτόκια και χαμηλότερη ανάπτυξη και πιθανότατα συνθήκες στασιμοπληθωρισμού. Το «οι Έλληνες ενώνουν το τίποτα με το πουθενά» δεν φαντάζει άλλωστε και πολύ μακρινό.

read more
Αυθυποβολή, νευρώσεις και διαστροφές

Αυθυποβολή, νευρώσεις και διαστροφές

Από την άλλη, ο Francis Fukuyama ισχυρίζεται πως η εθνική κουλτούρα κάθε λαού ασκεί διακριτική αλλά πολύ αποφασιστική επιρροή στο μέγεθος των εταιρειών. Και εμείς δεν έχουμε να επιδείξουμε παρά μόνο οικογενειακές, στο σύνολο τους, επιχειρήσεις, με έντονα στοιχεία εσωστρέφειας και διαχρονική τους αδυναμία την απαλλαγή της σχέσης τους με και από το κράτος. Ακόμη και αυτές που θεωρούνται μεγάλες, για τα ελληνικά δεδομένα, αποτελούν μεσαίες ή μικρές σε σύγκριση με τις αντίστοιχες της παγκόσμιας αγοράς. Η δε μεταποιητική βιομηχανία περιορίζεται, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, στους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας, μεταλλουργίας, ορυκτέλαιων πετρελαίου, φαρμάκου, χαλυβουργίας και τροφίμων και ποτών. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ, στο σύνολο της η συμβολή της βρίσκεται περίπου στο 8% του ΑΕΠ, τη στιγμή που στο μέσο όρο των χωρών της ΕΕ βρίσκεται στο 15% περίπου, με στόχο να φτάσει στο 20%.
Έχει δημιουργηθεί δε η διαχρονική εικόνα στον Έλληνα, και για αυτό το μεγαλύτερο μέρος ευθύνης φέρει η Αριστερά, ότι η επιχειρηματικότητα και μεταποιητική βιομηχανία γεννούν την φτώχεια και καταστροφή και το κράτος την ευημερία. Ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι η επιχειρηματικότητα και η μεταποιητική βιομηχανία αλλά η αλληλεπίδραση των πολιτικών και των οικονομικών θεσμών που γεννάει τη φτώχεια ή την ευημερία. Τα σημερινό μοντέλο θεσμών έχει τις ρίζες του στο κυρίαρχο Αριστερό παρελθόν εδώ και σαράντα χρόνια τώρα πια, επειδή, όταν μια κοινωνία οργανώνεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο, αυτός τείνει να διαιωνίζεται. Και μολονότι το ατομικό ταλέντο είναι σημαντικό σε κάθε επίπεδο της κοινωνίας, δεν υπάρχει το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο προκειμένου το ταλέντο να μετασχηματιστεί σε θετική δύναμη. Και πώς θα αλλάξει η αλληλεπίδραση των πολιτικών και των οικονομικών θεσμών όταν από την Αριστερά ακόμα και η λέξη ταλέντο ή η αριστεία χλευάζεται!

read more
Η επιθυμία δεν ισοδυναμεί με βεβαιότητα

Η επιθυμία δεν ισοδυναμεί με βεβαιότητα

Στοιχεία και δεδομένα από μελέτες που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα, από την Τράπεζα της Ελλάδος, την Ελληνική Στατιστική Αρχή κ.α., αναδεικνύουν το μέγεθος της οικονομικής καταστροφής που έχει επιφέρει η πανδημία μέχρι σήμερα στη χώρα μας. Οι ίδιες μελέτες αναφέρονται σε προσδοκίες ανάκαμψης τα δυο επόμενα έτη με την προγραμματισμένη πλέον διανομή του εμβολίου. Αντιλαμβανόμαστε όλοι, λοιπόν, ότι τη δεδομένη στιγμή η βιομηχανία θα μπορούσε να στηρίξει την ελληνική οικονομία. Η βιομηχανία δεν στηρίζει μόνο την οικονομία αλλά και την εθνική μας βιωσιμότητα. Ο Παναγιώτης Κονδύλης αναφέρει, στο σύγγραμμα του Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, και συμφωνώ απόλυτα μαζί του, ότι «η λύση του προβλήματος της εθνικής βιωσιμότητας, όχι σε λογιστική, αλλά σε παραγωγική βάση, αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής. Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιμετωπιστούν με γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια, όχι ως αριθμητικοί «δείκτες»: το 1% του εθνικού εισοδήματος που προέρχεται από την άνοδο του τουρισμού δεν είναι το ίδιο με το 1% που δίνει μια σύγχρονη εξοπλιστική βιομηχανία».

read more

Γράψου στη λίστα φίλων!

Ακολουθήστε μας