Το πρόβλημα του brain drain, της μαζικής φυγής δηλαδή Ελλήνων επιστημόνων με υψηλά προσόντα στο εξωτερικό, είναι ήδη γνωστό σε όλους: Την περίοδο της κρίσης, δηλαδή από το 2008 μέχρι το 2017, υπολογίζεται ότι έφυγαν από τη χώρα περίπου 500.000 Έλληνες της παραπάνω κατηγορίας. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ενώ θα μπορούσαν να μείνουν στην Ελλάδα βοηθώντας την ανάκαμψη με γνώσεις που άλλωστε απέκτησαν σε ελληνικά πανεπιστήμια, αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν, στην ουσία προσφέροντας σε τρίτες χώρες. Έτσι χάνει η Ελλάδα και ίσως και ο ίδιος ο άνθρωπος που ενδεχομένως να μην ήθελε να την εγκαταλείψει, και κερδίζει η χώρα υποδοχής – εξού και ο αντίθετος όρος του brain drain, το brain gain για τις χώρες υποδοχής.

Καθώς λοιπόν πρόκειται για ένα ήδη γνωστό και εντοπισμένο πρόβλημα, έχουν καταβληθεί σημαντικές προσπάθειες για την επίλυσή του: Για παράδειγμα, η ελληνική κυβέρνηση εκπόνησε πρόσφατα το πρόγραμμα «Ελλάδα Ξανά», για τον επαναπατρισμό 500 Ελλήνων εργαζομένων του εξωτερικού. Εξίσου, προτάσεις και λύσεις έχουν προσφέρει πολλοί, οργανισμοί και πανεπιστήμια, ο ΣΕΒ, ιδιωτικές επιχειρήσεις και άλλοι πολλοί. 

Όμως, ποιό είναι το πρόβλημα με όλα τα παραπάνω; Ότι όλοι θεωρούν αυτονόητο πως οι προσπάθειες της χώρας θα πρέπει να επικεντρωθούν μόνο στον επαναπατρισμό των Ελλήνων επιστημόνων που έφυγαν στο εξωτερικό. Ότι δηλαδή, με άλλα λόγια, το brain gain για την Ελλάδα αναγκαστικά θα προέλθει από τους συμπολίτες μας που ξενιτεύτηκαν χωρίς να θέλουν, από την αναστροφή του brain drain.

Γνώμη μου είναι πως αυτή η μονομέρεια είναι λάθος. Το brain gain προφανώς στον μεγαλύτερο βαθμό θα προέλθει από Έλληνες που έφυγαν λόγω κρίσης και που, ελπίζεται, θα επιστρέψουν μόλις τα πράγματα βελτιωθούν. Όμως, ας μην γελιόμαστε: Οι συνθήκες εργασίας και οι αποδοχές είναι για κάποιους από αυτούς τόσο πολύ καλύτερες εκτός Ελλάδας που, όσο και να βελτιωθούν τα πράγματα εδώ, δύσκολα θα αποφασίσουν να γυρίσουν. Για άλλους πάλι, το αντικείμενο εργασίας τους στο εξωτερικό είναι τόσο ειδικό που απλά δεν υπάρχει αντίστοιχο στην Ελλάδα. Τέλος, άλλοι θα έχουν κάνει εκεί οικογένειες, θα έχουν οργανώσει τη ζωή τους με τα νέα δεδομένα, τα οποία δεν θα αλλάζουν εύκολα, απλά και μόνο επειδή η οικονομία στην Ελλάδα βελτιώθηκε. 

Επομένως, μόνο ένα μέρος του brain drain Ελλήνων μπορούμε να προσδοκούμε βάσιμα ότι θα επιστρέψει, όταν βελτιωθούν τα πράγματα. Αρκετοί θα αποφασίσουν να συνεχίσουν να ζουν και να εργάζονται εκεί όπου βρίσκονται. 

Τι μπορεί να γίνει γι’ αυτό; Η Ελλάδα να αλλάξει οπτική και από αποκλειστικό θύμα του brain drain να γίνει διεκδικητής του παγκόσμιου brain gain. Με άλλα λόγια, να λάβει μέτρα ώστε αλλοδαποί επιστήμονες να θελήσουν να μετακινηθούν προς την Ελλάδα, να παρέχουν τις υπηρεσίες τους εδώ. 

Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Ένα προφανές σημείο έναρξης είναι τα ελληνικά πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ινστιτούτα: Ήδη τα μεγάλα ερευνητικά ινστιτούτα στην Ελλάδα είναι από τα καλύτερα της Ευρώπης. Το ίδιο ισχύει και για κάποια πανεπιστημιακά εργαστήρια. Προσφέροντας θέσεις απασχόλησης με βασική γλώσσα εργασίας τα αγγλικά θα μπορούσαν να προσελκύσουν αλλοδαπούς που θα ήθελαν να εργαστούν εδώ. Αυτό βέβαια σημαίνει αναδιοργάνωση όλης της εσωτερικής τους υποδομής: Δεν αρκεί να μιλούν αγγλικά λίγα άτομα στο εργαστήριο (αυτό ούτως ή άλλως συμβαίνει) αλλά και τα επίσημα έγγραφα του ινστιτούτου ή του πανεπιστημίου να είναι δίγλωσσα, το ίδιο και οι διοικητικές τους υπηρεσίες κοκ. 

Στο ίδιο πλαίσιο, τα πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών, κυρίως σε μεταπτυχιακό αλλά και σε προπτυχιακό επίπεδο πρέπει να προσφέρονται και στα αγγλικά. Με αυτόν τον τρόπο αλλοδαποί χωρών φτωχότερων από την Ελλάδα θα μπορούσαν να σπουδάσουν εδώ, και οι καλύτεροί τους να παραμείνουν μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους – ό,τι δηλαδή ακριβώς κάνουν οι Έλληνες επιστήμονες στις ΗΠΑ, στη Γερμανία, στην Αγγλία ή αλλού. 

Τέλος, δεν θα ήταν άσκοπη η παροχή δυνατότητας εγκατάστασης στην Ελλάδα επιστημόνων από τρίτες (προφανώς, μη Ευρωπαϊκές) χώρες. Ό,τι δηλαδή προσφέρεται έναντι χρημάτων (όπως το σύστημα της golden visa) να γίνει και για την προσέλκυση επιστημόνων που θέλουν, και μπορούν, να εργαστούν στη χώρα.

Η κυβέρνηση πρόσφατα πρόσθεσε στο σύστημα της golden visa, σύμφωνα με το οποίο άδεια παραμονής παρέχεται σε όσους αγοράσουν ακίνητα άνω των 250.000 Ευρώ, και φορολογικά κίνητρα προσέλκυσης αλλοδαπών συνταξιούχων που θα θελήσουν να γίνουν φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας. Φοβάμαι όμως ότι τα παραπάνω δίνουν το λάθος μήνυμα: Αποτελούν ξεκάθαρα εισπρακτικά μέτρα. Η Ελλάδα «πουλά» τη θέση της στην ΕΕ και το Σένγκεν, το εξαιρετικό κλίμα της, το ασφαλές της περιβάλλον και τους φιλικούς κατοίκους της έναντι χρημάτων. Κάτι τέτοιο μπορεί ίσως να της αγοράζει παρόν, σίγουρα όμως δεν της εξασφαλίζει το μέλλον. Το μέλλον της το εξασφαλίζουν οι άνθρωποί της, κάτι που σήμερα μετριέται σε ειδίκευση και γνώσεις. Αν αυτό δεν μπορεί να προέλθει από Έλληνες που κατάφεραν λόγω συγκυρίας να της «κλέψουν» χώρες του εξωτερικού μέσω braindrain, τότε το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να προσπαθήσει να γίνει και η ίδια ανταγωνιστική σε αυτό το, παγκόσμιο, παιχνίδι του brain gain.

Σχετικά Άρθρα

Οι Έλληνες ενώνουν το τίποτα με το πουθενά

Οι Έλληνες ενώνουν το τίποτα με το πουθενά

Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει με μεγαλύτερη ένταση τις ιδιωτικοποιήσεις, πέραν του εκσυγχρονισμού – το αποτέλεσμα του εκσυγχρονισμού άνευ, όμως, μεταρρυθμίσεων το βιώσαμε και πρόσφατα με τις καταστροφικές πυρκαγιές – να ξεκινήσει και τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις του δημοσίου τομέα και ΟΤΑ, και επιτέλους να εξυγιάνει το τραπεζικό σύστημα. Με τις παραπάνω προβλέψεις και σημερινή δυσμενή πραγματικότητα, η ελληνική οικονομία, χωρίς αυτά, είναι αναπόφευκτο πως θα δει υψηλότερα επιτόκια και χαμηλότερη ανάπτυξη και πιθανότατα συνθήκες στασιμοπληθωρισμού. Το «οι Έλληνες ενώνουν το τίποτα με το πουθενά» δεν φαντάζει άλλωστε και πολύ μακρινό.

read more
Πως μια ατεκμηρίωτη έρευνα, μια ερευνήτρια στο Γκέτεμποργκ, και το Inside Story θέλουν να μας πείσουν ότι η Δημοκρατία στην Ελλάδα πάει «με την όπισθεν»

Πως μια ατεκμηρίωτη έρευνα, μια ερευνήτρια στο Γκέτεμποργκ, και το Inside Story θέλουν να μας πείσουν ότι η Δημοκρατία στην Ελλάδα πάει «με την όπισθεν»

Διάβασα με περιέργεια το άρθρο του Inside Story, «Με την όπισθεν η δημοκρατία στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της πανδημίας». Σε αυτό η δημοσιογράφος αναρωτιέται αν «μπορεί να ανταποκριθεί η χώρα αποτελεσματικά στην κρίση του κορονοϊού χωρίς να υπονομεύσει την ελευθερία των πολιτών, τα δημοκρατικά κεκτημένα και τα ανθρώπινα δικαιώματα», και μας πληροφορεί ότι «ένα σουηδικό ερευνητικό ινστιτούτο την κατέταξε στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης». Παραξενεύτηκα, είναι η αλήθεια. Από όσο έχω ο ίδιος δει και ζήσει, τα μέτρα στην Ελλάδα δεν διέφεραν σε τίποτα από εκείνα των υπόλοιπων Ευρωπαίων. Γιατί, επομένως, στον χάρτη παρουσιαζόμαστε εμείς μωβ και οι Γερμανοί πράσινοι;

read more
Αυθυποβολή, νευρώσεις και διαστροφές

Αυθυποβολή, νευρώσεις και διαστροφές

Από την άλλη, ο Francis Fukuyama ισχυρίζεται πως η εθνική κουλτούρα κάθε λαού ασκεί διακριτική αλλά πολύ αποφασιστική επιρροή στο μέγεθος των εταιρειών. Και εμείς δεν έχουμε να επιδείξουμε παρά μόνο οικογενειακές, στο σύνολο τους, επιχειρήσεις, με έντονα στοιχεία εσωστρέφειας και διαχρονική τους αδυναμία την απαλλαγή της σχέσης τους με και από το κράτος. Ακόμη και αυτές που θεωρούνται μεγάλες, για τα ελληνικά δεδομένα, αποτελούν μεσαίες ή μικρές σε σύγκριση με τις αντίστοιχες της παγκόσμιας αγοράς. Η δε μεταποιητική βιομηχανία περιορίζεται, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, στους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας, μεταλλουργίας, ορυκτέλαιων πετρελαίου, φαρμάκου, χαλυβουργίας και τροφίμων και ποτών. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ, στο σύνολο της η συμβολή της βρίσκεται περίπου στο 8% του ΑΕΠ, τη στιγμή που στο μέσο όρο των χωρών της ΕΕ βρίσκεται στο 15% περίπου, με στόχο να φτάσει στο 20%.
Έχει δημιουργηθεί δε η διαχρονική εικόνα στον Έλληνα, και για αυτό το μεγαλύτερο μέρος ευθύνης φέρει η Αριστερά, ότι η επιχειρηματικότητα και μεταποιητική βιομηχανία γεννούν την φτώχεια και καταστροφή και το κράτος την ευημερία. Ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι η επιχειρηματικότητα και η μεταποιητική βιομηχανία αλλά η αλληλεπίδραση των πολιτικών και των οικονομικών θεσμών που γεννάει τη φτώχεια ή την ευημερία. Τα σημερινό μοντέλο θεσμών έχει τις ρίζες του στο κυρίαρχο Αριστερό παρελθόν εδώ και σαράντα χρόνια τώρα πια, επειδή, όταν μια κοινωνία οργανώνεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο, αυτός τείνει να διαιωνίζεται. Και μολονότι το ατομικό ταλέντο είναι σημαντικό σε κάθε επίπεδο της κοινωνίας, δεν υπάρχει το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο προκειμένου το ταλέντο να μετασχηματιστεί σε θετική δύναμη. Και πώς θα αλλάξει η αλληλεπίδραση των πολιτικών και των οικονομικών θεσμών όταν από την Αριστερά ακόμα και η λέξη ταλέντο ή η αριστεία χλευάζεται!

read more

Γράψου στη λίστα φίλων!

Ακολουθήστε μας