Σουλιώτισσες

«Όλες οι καπετάνισσες από το Κακοσούλι
όλες την Άρτα πέρασαν, τα Γιάννινα τις πάνε,
σκλαβώθηκαν οι αρφανές, σκλαβώθηκαν οι μαύρες,
κι η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα.
Μόν’ πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
σέρνει τουφέκι σισανέ κι εγγλέζικα κουμπούρια,
έχει και στη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.
Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι.
«Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου,
σέρνω φουσέκια στην ποδιά και βόλια στις μπαλάσκες.
— Κόρη, για ρίξε τ’ άρματα, γλίτωσε τη ζωή σου.
— Τι λέτε, μωρ’ παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;
Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδερφή του Γιάννη,
και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια».

Με τη συνθήκη η οποία υπογράφτηκε ανάμεσα στους Σουλιώτες και τον Αλή Πασά, στις 12 Δεκεμβρίου του 1803, οι Σουλιώτες μπορούσαν να μετακινηθούν ελεύθερα, έπειτα από πολύμηνη πολιορκία της πόλης τους. Όμως, στην πρώτη προσπάθεια εφαρμογής της συμφωνίας, ο Αλή Πασάς την αθέτησε και επιχείρησε να εξοντώσει τους Σουλιώτες. Ο ένας δρόμος που πήραν ήταν προς το Ζάλογγο, όπου ο Αλή Πασάς με τα τάγματα του τους καταδίωξε, με συνέπεια να ακολουθήσει και ο περίφημος χορός αυτοκτονίας των Σουλιωτισσών.

Ο άλλος δρόμος ήταν προς το Βουλγαρέλι της Άρτας, όπου ο Κίτσος Μπότσαρης με 1148 Σουλιώτες κατέφυγε στην Μονή Σέλτσου των Αγράφων, όπου ακολούθησαν μάχες αλλά και μία ακόμη πολιορκία. Οι δυνάμεις του Αλή Πασά πολιόρκησαν τους Σουλιώτες τέσσερις μήνες. Τον Απρίλη όμως του 1804 οι Αλβανοί με προδοσία κατέλαβαν το μοναστήρι, αιχμαλώτισαν κάποιους, έσφαξαν πολύ περισσότερους και άλλοι γκρεμίστηκαν στον Αχελώο. Ανάμεσα τους και η κόρη του Νότη Μπότσαρη και ανηψιά του Κίτσου Μπότσαρη, η Λένω.

Στην προεπαναστατική Ελλάδα, η Λένω Μπότσαρη ήταν μία από τις πιο γνωστές Ελληνίδες. Ήταν ξακουστή σε όλη την Ήπειρο για την ομορφιά και την εξυπνάδα της, έτσι ώστε ο ίδιος ο Αλή Πασάς είχε τάξει μεγάλη αμοιβή σ’ όποιον την έφερνε στο χαρέμι του. Ήταν μόλις 20 ετών…

Η θέση της γυναίκας κατά την εποχή της τουρκοκρατίας ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Η Καλιρρόη Παρρέν αναφέρει ότι βρισκόταν, σε δικαιώματα, πιο χαμηλά και από τους δούλους. Πράγματι, οι γυναίκες περιορίζονταν στο στενό κύκλο του σπιτιού και της οικογένειας τους. Οι πιο εύρωστες οικογένειες διέθεταν εκκλησάκια στα σπίτια τους, ώστε να τελούνται ιδιωτικά και εκτός θέας από του Τούρκους, οι θρησκευτικές τους υποχρεώσεις. Οι φτωχότερες οικογένειες φρόντιζαν ώστε οι γυναίκες της οικογένειας να συνοδεύονται πάντα από τους άντρες, αλλά ακόμα και έτσι, τη μοναδική τους έξοδο προς την εκκλησία, την πραγματοποιούσαν χαράματα, πριν την ανατολή του ήλιου, μακριά από τα βλέμματα των Τούρκων. Η θέση τους ήταν κυρίως στην οικογένεια και στις αγροτικές δουλειές και, όσο για Παιδεία και εκπαίδευση, ούτε λόγος, όπως είναι γνωστό.

Όμως, στον αγώνα κατά των Τούρκων δεν περίσσευε κανείς. Άντρες, γυναίκες, ακόμα και παιδιά πρόσφεραν με αυτοθυσία τις υπηρεσίες τους, ακόμα και το αίμα τους για την απελευθέρωση.

Έτσι, στεγανά όπως «γάμος» και «προίκα», έσπασαν για χάρη του Αγώνα, καθώς αυτά ρευστοποιήθηκαν και αναλώθηκαν για σύνταξη και εφοδιασμό στρατευμάτων (Μαντώ Μαυρογένους). Σεντούκια με δαντέλες και μετάξια εγκαταλήφθηκαν για να αντικατασταθούν με καριοφύλια και μπαρουτόσκονη (Λένω Μπότσαρη, Δέσπω Τζαβέλα). Χρυσάφι, διαμάντια και πλούτη, πλήρωσαν στόλους, πληρώματα και πυρομαχικά (Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα).
Οι Σουλιώτισσες, πέρα από το νοικοκυριό, έπαιρναν όλες μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπου ο ρόλος τους ήταν, σε πρώτη φάση, εφεδρικός και βοηθητικός. Όταν όμως οι περιστάσεις το απαιτούσαν, οι γυναικείες εφεδρείες ρίχνονταν στη μάχη, άλλοτε κατρακυλώντας βράχους πάνω στον εχθρό, άλλοτε περιβρέχοντάς τον με καυτά βόλια, άλλοτε ορμώντας μπροστά με το σπαθί στο χέρι!

Ο θρύλος λέει ότι ο ίδιος ο πατέρας της Λένως Μπότσαρη, ο Νότης Μπότσαρης, πεθαίνοντας στη Μάχη του Σέλτσου, προέτρεψε την κόρη του να πεθάνει για την πατρίδα, όταν εκείνη, υπό καταδίωξη ήδη, τον ρώτησε τί να κάνει.

Η Μάχη του Σέλτσου έλαβε χώρα την 23η Απριλίου του 1804, στην περιοχή του χωριού «Πηγές Άρτας», στην Ιερά Μονή Σέλτσου, ανάμεσα στους Σουλιώτες και τα στρατεύματα του Αλή Πασά.

Οι Σουλιώτες οχυρώθηκαν εκεί τον Ιανουάριο του 1804, όταν 5000 Τουρκαλβανοί στρατιώτες και αρκετοί Έλληνες αρματολοί της περιοχής περικύκλωσαν την ευρύτερη περιοχή και στη συνέχεια επιχείρησαν την πρώτη επίθεσή τους.

Ωστόσο, δεν κατάφεραν να εκπορθήσουν τις οχυρωματικές κατασκευές που είχαν εν τω μεταξύ φτιάξει οι Σουλιώτες, και έτσι αποφάσισαν να προχωρήσουν σε αποκλεισμό, με σκοπό να αναγκάσουν τους Σουλιώτες να παραδοθούν, για να μην πεθάνουν από την πείνα.

Έπειτα από μία εξαντλητική πολιορκία 3 μηνών, στις 21 Απριλίου του 1804, μια ομάδα στρατιωτών κατάφερε να εισχωρήσει στο χώρο του μοναστηριού και στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν οι περισσότεροι Σουλιώτες —μόνο 65 κατάφεραν τελικά να περάσουν τον Αχελώο και να ξεφύγουν— ενώ πολλά γυναικόπαιδα προτίμησαν να πέσουν από τον γκρεμό, ύψους 300 μέτρων, και να πεθάνουν έτσι.

Παρ’ όλα αυτά και παρά τον κίνδυνο του όλου εγχειρήματος, Λένω Μπότσαρη , κρατώντας το τουφέκι στο χέρι της, κατάφερε να κατέβει την απότομη πλαγιά, με νύχια και με δόντια και κατευθύνθηκε μόνη της προς τον Αχελώο, με τα τάγματα των τουρκαλβανών να την καταδιώκουν για να τη φέρουν ζωντανή στον Αλή Πασά.

Τα υπόλοιπα είναι καταγεγραμμένα στους λαϊκούς θρύλους και τα δημοτικά τραγούδια. Η Λένω βούτηξε στα παγωμένα νερά του Αχελώου. Με όλη την δύναμη που της είχε απομείνει κολύμπησε για να φτάσει, τελικά, σε μία νησίδα που βρισκόταν μέσα στο ποτάμι. Οι τουρκαλβανοί έειναν απ’ έξω να κοιτάζουν σαστισμένοι και, στην προσπάθεια τους να τη συλλάβουν, της έταξαν ασυλία εάν έβγαινε έξω. Παρ όλα αυτά η Λένω ούτε στιγμή δε σκέφτηκε την περίπτωση να πέσει στα χέρια τους. Καλύτερα νεκρή παρά αιχμάλωτη! Ο πατέρας της, άλλωστε της είχε ήδη ζητήσει να πεθάνει για την πατρίδα… Ή ταν ή επι τάς.

Σε μια στιγμή, ένας λιάπης από το τάγμα, της προέτεινε το τουφέκι του, από το μέρος της λαβής, για να το πιάσει και να συρθεί έξω από το ποτάμι για να τη σώσει και να εισπράξει τα λύτρα του Αλή Πασά. Εκείνη, τότε, προσποιήθηκε ότι θα πιάσει το τουφέκι, έβαλε το χέρι της και τράβηξε τη σκανδάλη. Έπεσε νεκρός.

Αμέσως τότε, ένας άλλος από το τάγμα έπεσε στο νερό και όρμησε κατά πάνω της, τώρα πια για να τη σκοτώσει. Η Λένω τον χτύπησε με τα χέρια της και του έσφιξε τον λαιμό για να το πνίξει. Πάλεψε μ’ όλη της την δύναμη. Του έμπηξε τα νύχια της στα μάτια και στο σώμα. Τέλος τον έσπρωξε στα αφρισμένα νερά του Αχελώου και έπεσαν μαζί μέσα.

Κανείς πια δεν ξαναείδε ζωντανή τη Λένω, την κόρη του Μπότσαρη, αυτή γενναία Σουλιώτισσα, το εικοσάχρονο κορίτσι που τα’ βαλε με τους Τούρκους.

Το σημείο εκείνο της όχθης που χάθηκε η Λένω ονομάστηκε «Το πήδημα της Καπετάνισσας».
Το τοπωνύμιο και τα δημοτικά τραγούδια που μιλούν για την αυτοθυσία της Λένως, θα μας θυμίζουν πως, κάθε επανάσταση ανδριεύει με το αίμα των νέων ανθρώπων.

Σχετικά Άρθρα

Η πάντα επίκαιρη Επανάσταση του 1821

Η πάντα επίκαιρη Επανάσταση του 1821

Οι Έλληνες είμαστε στον πυρήνα μας ένας λαός ξεροκέφαλος. Αρνούμαστε να αποδεχθούμε ό,τι δεν ταιριάζει με όσα στο πέρασμα των αιώνων έγιναν ένα, μέσω των βιωμάτων, με αυτήν την ίδια μας ύπαρξη και πλέον αποτελούν (επίκτητα) χαρακτηριστικά -είτε θετικά είτε αρνητικά- μας γνωρίσματα.

read more
Πρώτη η Ελλάδα – αφού τότε, γιατί όχι και τώρα;

Πρώτη η Ελλάδα – αφού τότε, γιατί όχι και τώρα;

Η επέτειος των 200 ετών από την ελληνική επανάσταση βρίσκει την Ελλάδα σε εξαιρετική κατάσταση. Για να το διαπιστώσει αυτό κανείς χρειάζεται να κοιτάξει πίσω από τη σκόνη, τόσο της πανδημίας όσο και της πρόσφατης οικονομικής κρίσης.

read more

Γράψου στη λίστα φίλων!

Ακολουθήστε μας